Αρχικά ας διακρίνουμε την άτυπη αναρχική οργάνωση από την αναρχική οργάνωση της σύνθεσης. Από αυτή τη διάκριση θα προκύψουν σημαντικές διαφωτιστικές διευκρινίσεις.
Τι είναι η αναρχική οργάνωση της σύνθεσης;
Είναι μια οργάνωση που βασίζεται σε ομάδες ή άτομα που βρίσκονται λίγο πολύ σε σταθερή σχέση μεταξύ τους, η οποία κορυφώνεται σε περιοδικά συνέδρια. Κατά τη διάρκεια αυτών των ανοιχτών συναντήσεων συζητούνται βασικές θεωρητικές αναλύσεις, προετοιμάζεται ένα πρόγραμμα και κατανέμονται καθήκοντα που καλύπτουν ένα ολόκληρο φάσμα παρεμβάσεων στο κοινωνικό πεδίο.
Η οργάνωση αυτοσυστήνεται έτσι ως σημείο αναφοράς, σαν μια οντότητα που είναι ικανή να συνθέσει τους αγώνες που διεξάγονται στην πραγματικότητα της ταξικής σύγκρουσης. Οι διάφορες επιτροπές αυτού του οργανωτικού μοντέλου παρεμβαίνουν σε διαφορετικούς αγώνες (ως μεμονωμένοι σύντροφοι ή ομάδες) και, παρεμβαίνοντας, δίνουν τη συμβολή τους σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς ωστόσο να χάνουν τον προσανατολισμό του θεωρητικού και πρακτικού προσανατολισμού της οργάνωσης στο σύνολό της, όπως αποφασίστηκε στο πιο πρόσφατο συνέδριο.
Όταν αυτό το είδος οργάνωσης αναπτυχθεί πλήρως (όπως συνέβη στην Ισπανία το ’36) αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα με κόμμα. Η σύνθεση γίνεται έλεγχος. Βέβαια, σε στιγμές χαλάρωσης, αυτή η αναδίπλωση είναι λιγότερο ορατή και μπορεί να φανεί ακόμη και ως προσβολή, αλλά σε άλλες στιγμές αποδεικνύεται πιο εμφανής.
Επί της ουσίας, στην οργάνωση της σύνθεσης (πάντα συγκεκριμένη και αναρχική), ένας πυρήνας ειδικών επεξεργάζεται προτάσεις τόσο σε θεωρητικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο, προσαρμόζοντάς τες όσο το δυνατόν περισσότερο στο πρόγραμμα που αποφασίζεται κατά προσέγγιση στα περιοδικά συνέδρια.
Η απομάκρυνση από αυτό το πρόγραμμα μπορεί επίσης να είναι σημαντική (άλλωστε, οι αναρχικοί δεν θα παραδεχόντουσαν ποτέ υπερβολικά δουλοπρεπή προσκόλληση σε οτιδήποτε), αλλά όταν συμβαίνει αυτό λαμβάνεται μέριμνα ώστε να επανέλθει εντός του συντομότερου δυνατού χρόνου η γραμμή που είχε προηγουμένως αποφασιστεί.
Το σχέδιο της οργάνωσης αυτής είναι επομένως η παρουσία της σε διάφορες καταστάσεις: αντιμιλιταρισμός, πυρηνική ενέργεια, συνδικάτα, φυλακές, οικολογία, παρεμβάσεις σε χώρους διαβίωσης, ανεργία, σχολεία κ.λπ. Αυτή η παρουσία γίνεται είτε με άμεση παρέμβαση είτε με συμμετοχή σε παρεμβάσεις που διαχειρίζονται άλλοι σύντροφοι ή οργανώσεις (αναρχικές ή μη).
Καθίσταται σαφές ότι η συμμετοχή που αποσκοπεί στην ανάδειξη του αγώνα στο πλαίσιο του σχεδίου της σύνθεσης δεν μπορεί να είναι αυτόνομη. Δεν μπορεί πραγματικά να προσαρμοστεί στις συνθήκες του αγώνα ή να συνεργαστεί αποτελεσματικά σε ένα σαφές σχέδιο με τις άλλες επαναστατικές δυνάμεις. Τα πάντα πρέπει είτε να περάσουν από το ιδεολογικό φίλτρο της σύνθεσης είτε να συμμορφωθούν με τους όρους που εγκρίθηκαν νωρίτερα κατά τη διάρκεια του συνεδρίου.
Αυτή η κατάσταση, η οποία δεν είναι πάντα τόσο άκαμπτη όσο φαίνεται εδώ, φέρει την απαράβατη τάση των οργανώσεων της σύνθεσης να παρασύρουν τους αγώνες στο επίπεδο της βάσης, να εισηγούνται επιφυλακτικές κινήσεις και να χρησιμοποιούν τεχνάσματα που αποσκοπούν στην ανακατεύθυνση κάθε κίνησης προς τα εμπρός, κάθε στόχου που είναι ιδιαίτερα ευάλωτος ή μέσων που μπορεί να είναι επικίνδυνα.
Εάν για παράδειγμα, μια ομάδα που ανήκει σε αυτού του είδους την οργάνωση (συνθετική, αλλά πάντα αναρχική και συγκεκριμένη) προσχωρούσε σε μια δομή που αγωνίζεται, έστω, κατά της καταστολής, θα ήταν αναγκασμένη να εξετάσει τις δράσεις που προτείνει αυτή η δομή υπό το πρίσμα των αναλύσεων που είχαν περίπου εγκριθεί στο συνέδριο.
Η δομή θα έπρεπε είτε να αποδεχτεί αυτές τις αναλύσεις, είτε η ομάδα που ανήκει στην οργάνωση της σύνθεσης θα σταματούσε τη συνεργασία της (αν είναι μειοψηφία) ή θα επέβαλε την αποπομπή (στην πραγματικότητα, ακόμα και αν δεν είναι με ακριβή πρόταση) όσων προτείνουν διαφορετικές μεθόδους αγώνα.
Μπορεί σε κάποιους να μην αρέσει, αλλά έτσι ακριβώς λειτουργούν τα πράγματα.
Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί διάολε η πρόταση της ομάδας που ανήκει στην οργάνωση της σύνθεσης πρέπει εξ ορισμού να είναι πάντα πιο οπισθοδρομική, δηλαδή στην οπισθοφυλακή, ή πιο προσεκτική από άλλες όσον αφορά πιθανές δράσεις επίθεσης ενάντια στις δομές καταστολής και κοινωνικής συναίνεσης.
Γιατί συμβαίνει αυτό;
Η απάντηση είναι απλή.
Η συγκεκριμένη αναρχική οργάνωση της σύνθεσης, η οποία, όπως είδαμε, κορυφώνεται με τα περιοδικά συνέδρια, έχει ως βασικό στόχο την ποσοτική αύξηση.
Χρειάζεται μια επιχειρησιακή δύναμη που πρέπει να αυξάνεται. Όχι ακριβώς στο άπειρο, αλλά σχεδόν στο άπειρο.
Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στους διάφορους αγώνες, ούτε καν θα ήταν σε θέση να φέρει σε πέρας το δικό της πρωταρχικό καθήκον: τη διαδικασία της σύνθεσης σε ένα και μόνο σημείο αναφοράς.
Τώρα, μια οργάνωση που έχει ως κύριο στόχο την αύξηση των μελών της πρέπει να χρησιμοποιεί μέσα που εγγυώνται τον προσηλυτισμό και τον πλουραλισμό. Δεν μπορεί να λάβει σαφή θέση σχετικά με οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόβλημα, αλλά πρέπει πάντα να βρίσκει μια μέση οδό, έναν πολιτικό δρόμο που να ενοχλεί τους λιγότερους και να αποδεικνύεται αποδεκτός από τους περισσότερους.
Η σωστή θέση σχετικά με ορισμένα προβλήματα, ιδίως την καταστολή και τις φυλακές, είναι συχνά η πιο επικίνδυνη και καμία ομάδα δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την οργάνωση στην οποία ανήκει χωρίς να συμφωνήσει πρώτα με τις άλλες ομάδες μελών.
Αλλά αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στο συνέδριο, ή τουλάχιστον σε μια έκτακτη συνεδρίαση, και όλοι γνωρίζουμε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις επικρατεί πάντα η πιο μετριοπαθής άποψη, σίγουρα όχι η πιο προωθημένη.
Έτσι, αναπόφευκτα, η παρουσία της οργάνωσης της σύνθεσης σε πραγματικούς αγώνες, αγώνες που φτάνουν στην ουσία της ταξικής πάλης, μετατρέπεται σε φρένο και έλεγχο (συχνά ακούσια, αλλά δεν παύει να είναι ζήτημα ελέγχου).
Η άτυπη (μη-τυπική / αφορμαλιστική) οργάνωση δεν παρουσιάζει τέτοια προβλήματα. Οι ομάδες συγγένειας και οι σύντροφοι που βλέπουν τους εαυτούς τους στα πλαίσια ενός άτυπου είδους σχεδιασμού συναντιούνται στη δράση, σίγουρα όχι ακολουθώντας ένα πρόγραμμα που έχει καθοριστεί σε ένα συνέδριο.
Υλοποιούν το έργο οι ίδιοι, στις αναλύσεις και τις δράσεις τους. Μπορεί περιστασιακά να έχει ένα σημείο αναφοράς σε ένα έγγραφο ή σε μια σειρά συναντήσεων, αλλά μονάχα για να διευκολύνει τα πράγματα, ενώ δεν έχει καμία σχέση με συνέδρια και άλλα παρόμοια.
Οι σύντροφοι που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε μια άτυπη οργάνωση είναι αυτόματα μέρος της. Διατηρούν επαφή με τους άλλους συντρόφους μέσω ενός εγγράφου ή με άλλα μέσα, αλλά, το πιο σημαντικό, το κάνουν συμμετέχοντας στις διάφορες δράσεις, διαδηλώσεις, συναντήσεις κ.λπ. που λαμβάνουν χώρα κατά καιρούς.
Η κύρια επαλήθευση και ανάλυση γίνεται επομένως κατά τη διάρκεια στιγμών αγώνα. Στην αρχή μπορεί να είναι απλώς στιγμές θεωρητικής επαλήθευσης, που αργότερα θα μετατραπούν σε κάτι περισσότερο.
Σε μια άτυπη οργάνωση δεν τίθεται θέμα σύνθεσης.
Δεν υπάρχει η επιθυμία να είμαστε παρόντες σε όλες τις διαφορετικές καταστάσεις και ακόμη λιγότερο να διαμορφώσουμε ένα σχέδιο που να οδηγεί τους αγώνες στα βάθη ενός προγράμματος που έχει εγκριθεί εκ των προτέρων.
Τα μόνα σταθερά σημεία αναφοράς είναι οι εξεγερσιακές μέθοδοι: με άλλα λόγια η αυτοοργάνωση των αγώνων, η μόνιμη συγκρουσιακότητα και η επίθεση.
Alfredo M. Bonanno
Πηγές: theanarchistlibrary.org_informal-organisation
anarchistfederation.net_informal-organisation-2
Αρχική πηγή: Anarchismo, n. 47, 1985
Αφήστε μια απάντηση
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.